- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 373
Η Δυτική Αττική παραμένει μια από τις πιο επιβαρυμένες περιοχές του λεκανοπεδίου, σηκώνοντας διαχρονικά βάρη που δεν κατανέμονται ισότιμα. Η έντονη βιομηχανική δραστηριότητα, η περιβαλλοντική πίεση, τα φαινόμενα παραβατικότητας και οι ελλείψεις σε βασικές υποδομές συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως ισορροπημένη ανάπτυξη.
Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα είναι εμφανές σε καθημερινή βάση. Πυρκαγιές σε περιαστικές ζώνες, ανεξέλεγκτες αποθέσεις μπάζων και ρύπανση σε επιβαρυμένα σημεία συνθέτουν ένα σταθερό σκηνικό υποβάθμισης, με περιοχές όπως ο Ασπρόπυργος, η Φυλή, η Μάνδρα και τα Μέγαρα να βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο.
Την ίδια ώρα, το φαινόμενο των ρευματοκλοπών παραμένει εκτεταμένο, με παράνομες συνδέσεις και αυτοσχέδια δίκτυα να εντοπίζονται επανειλημμένα σε οικισμούς της περιοχής. Παρά τις παρεμβάσεις των αρμόδιων φορέων, το πρόβλημα δεν φαίνεται να περιορίζεται ουσιαστικά, δημιουργώντας όχι μόνο οικονομικές απώλειες αλλά και ζητήματα ασφάλειας.
Στο επίπεδο της παραβατικότητας, οι κατά διαστήματα αστυνομικές επιχειρήσεις αποκαλύπτουν κυκλώματα και παράνομες δραστηριότητες, ωστόσο η εικόνα παραμένει αποσπασματική, χωρίς να διαμορφώνεται μια σταθερή και διαρκής παρουσία πρόληψης στην καθημερινότητα των περιοχών.
Η βιομηχανική συγκέντρωση σε περιοχές όπως ο Ασπρόπυργος και η Ελευσίνα έχει αναβαθμίσει τον οικονομικό ρόλο της Δυτικής Αττικής, αλλά η επιβάρυνση μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό στους κατοίκους, με ρύπανση, θόρυβο και κυκλοφοριακή συμφόρηση να αποτελούν μόνιμα χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, οι υποδομές δεν φαίνεται να έχουν ακολουθήσει τον ρυθμό ανάπτυξης. Φθαρμένο οδικό δίκτυο, κυκλοφοριακή πίεση σε βασικούς άξονες και ελλείψεις σε δημόσιες υπηρεσίες διαμορφώνουν μια καθημερινότητα αυξημένων δυσκολιών.
Τέλος, οι κοινωνικές ανισότητες στο εσωτερικό της περιοχής παραμένουν έντονες, με γειτονιές διαφορετικών ταχυτήτων, άτυπη δόμηση και ελλείψεις κοινωνικών δομών να συνθέτουν ένα μωσαϊκό ανισοτήτων που δεν έχει αντιμετωπιστεί συνολικά.
Η Δυτική Αττική εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας της παραγωγικής δραστηριότητας της Αττικής, χωρίς όμως να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας, υποδομών και κοινωνικής ισορροπίας.
Στο επίπεδο της ασφάλειας, η κατάσταση έχει ξεφύγει. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ακραία παραβατικότητα ομάδων, όπως μερίδας των Ρομά, που πλέον δρουν με πλήρη αποθράσυνση: κινούνται οργανωμένα, απειλούν, καταστρέφουν και επιβάλλουν έναν δικό τους νόμο, δείχνοντας ότι δεν φοβούνται τίποτα. Απέναντι σε αυτό, οι τοπικοί δήμοι –με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Δήμο Φυλής– εμφανίζονται ουσιαστικά αδρανείς. Η διαχρονική αυτή απραξία αποδίδεται συχνά από την κοινή γνώμη στο λεγόμενο «πολιτικό κόστος» και στην απροθυμία των αρχών να έρθουν σε ρήξη με μια κρίσιμη δεξαμενή ψηφοφόρων που συντηρεί το σύστημα.
Έτσι, η Δυτική Αττική παραμένει η «πίσω αυλή» του λεκανοπεδίου, μια ωρολογιακή βόμβα που φορτώνεται όλα τα βάρη. Αν δεν υπάρξει άμεση επιβολή του νόμου, αποκατάσταση της ασφάλειας και τέλος στις πελατειακές σκοπιμότητες, η ισορροπία στην περιοχή θα χαθεί οριστικά.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 599
Του Aλφρέδου Α.
Οι εξαγγελίες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για συμπληρωματικά επιδόματα των 500 και 1.000 ευρώ, με στόχο την προσέλκυση γιατρών και νοσηλευτών στις τοπικές δημόσιες δομές υγείας, αποδεικνύονται στην πράξη «γράμμα κενό». Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες και τις οικονομικές υπερβάσεις πολλών Δήμων, η σκληρή πραγματικότητα της αγοράς τούς διαψεύδει οριζόντια: οι προκηρύξεις παραμένουν άγονες, οι θέσεις δεν καλύπτονται και οι υγειονομικοί απλώς δεν ενδιαφέρονται να «μπλέξουν» με το δημόσιο σύστημα.
Το πρόβλημα δεν είναι το ύψος του δημοτικού επιδόματος, αλλά η ίδια η δομή του συστήματος. Όταν ένας ιδιώτης γιατρός έχει τη δυνατότητα να διατηρεί το ιατρείο του, να ορίζει ελεύθερα τις αμοιβές του και —το κυριότερο— να συνταγογραφεί ανεμπόδιστα φάρμακα και εξετάσεις μέσω της πλατφόρμας της ΗΔΙΚΑ για λογαριασμό του ΕΟΠΥΥ, δεν έχει κανένα απολύτως κίνητρο να κάνει σύμβαση με το κράτος. Γιατί να δεχτεί τις χαμηλές κρατικές αποδοχές, τη γραφειοκρατία και τις δεσμεύσεις, όταν η καθαρή ιδιωτικότητα του προσφέρει οικονομική άνεση και, σε πολλές περιπτώσεις, τη «διευκόλυνση» της υποεκτιμημένης φορολογητέας ύλης;
Απέναντι σε αυτό το τέλμα, τα μεμονωμένα τοπικά βοηθήματα αποτελούν ασπιρίνη για μια σοβαρή, συστημική ασθένεια. Αν η πολιτεία επιθυμεί πραγματικά να έχει γιατρούς στο σύστημα και να προστατεύσει την τσέπη του πολίτη, οφείλει να περάσει άμεσα σε δραστικές και ρηξικέλευθες λύσεις, στηρίζοντας και θεσμοθετώντας την προσπάθεια των Δήμων σε εθνικό επίπεδο.
1. Θεσμική ενδυνάμωση των Δήμων
Οι Δήμοι δεν πρέπει να αφήνονται μόνοι τους να μοιράζουν επιδόματα-πυροσβεστήρες. Απαιτείται κεντρική νομοθετική ρύθμιση που να επιτρέπει στους Δήμους να προσφέρουν ολοκληρωμένα «πακέτα διαβίωσης». Αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν υποχρεωτικά δωρεάν εξασφαλισμένη στέγαση (ειδικά σε νησιωτικές και τουριστικές περιοχές όπου τα ενοίκια είναι απλησίαστα), πλήρη κάλυψη των λειτουργικών εξόδων των ιατρείων και θεσμοθετημένη, σταθερή συμπληρωματική χρηματοδότηση των αποδοχών τους από την κεντρική διοίκηση.
2. Ριζική ανατροπή στις αμοιβές και φορολογικά κίνητρα
Η φιλοσοφία του «μισθού-ψίχουλων» ή των εξευτελιστικών κρατικών τιμολογίων ανά επίσκεψη πρέπει να τελειώσει για όλες τις ιατρικές ειδικότητες. Ο γιατρός πρέπει να αμείβεται με ένα σταθερό, ελκυστικό ποσό ετησίως που να ανταποκρίνεται στην αξία του λειτουργήματός του.
Παράλληλα, αν το κράτος θέλει να χτυπήσει το δέλεαρ της μαύρης οικονομίας, πρέπει να απαντήσει με νόμιμα φορολογικά όπλα. Αντί για επιδόματα που στη συνέχεια εξανεμίζονται στην κλίμακα της εφορίας, απαιτείται αυτοτελής ή δραστικά μειωμένη φορολόγηση (π.χ. με σταθερό συντελεστή 10%) για τα εισοδήματα που προέρχονται αποκλειστικά από τις συμβάσεις με το δημόσιο σύστημα υγείας, το ΕΣΥ ή τις υπηρεσίες προς τους Δήμους. Μόνο έτσι το Δημόσιο θα γίνει ξανά ανταγωνιστικό απέναντι στην καθαρή ιδιωτικότητα.
3. Το παράδοξο των διαγνωστικών εξετάσεων
Η στρέβλωση του συστήματος, όμως, δεν σταματά στο ιατρικό προσωπικό, αλλά επεκτείνεται και στις απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις. Ο ΕΟΠΥΥ υποτίθεται ότι καλύπτει τον πολίτη, αλλά η πραγματικότητα στα συμβεβλημένα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα είναι αποκαρδιωτική. Όταν ο ασθενής επιχειρεί να κλείσει ραντεβού χρησιμοποιώντας το κρατικό παραπεμπτικό, έρχεται αντιμέτωπος με μεγάλες αναμονές.
Τα κέντρα, πιεζόμενα από τα κρατικά κουρέματα (clawback και rebate), βάζουν «κόφτες» και προτιμούν τους πελάτες που πληρώνουν εξολοκλήρου από την τσέπη τους, οι οποίοι εξυπηρετούνται αυθημερόν. Έτσι, ο πολίτης που έχει ανάγκη μια άμεση διάγνωση εκβιάζεται έμμεσα: ή θα περιμένει εβδομάδες με ρίσκο για την υγεία του, ή θα αναγκαστεί να πληρώσει την εξέταση ιδιωτικά.
4. Η συνταγογράφηση και η εκτέλεση προϋποθέτουν «κοινωνικό αντίδωρο»
Αν τα θετικά κίνητρα δεν αποδώσουν, το κράτος οφείλει να χρησιμοποιήσει τα ισχυρά θεσμικά εργαλεία που διαθέτει: το δικαίωμα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης για τους γιατρούς και τους όρους των συμβάσεων για τα διαγνωστικά κέντρα. Δεν μπορεί το δημόσιο σύστημα να χρηματοδοτεί και να διευκολύνει την πελατεία του ιδιωτικού τομέα χωρίς αντίκρισμα για τον ασφαλισμένο.
- Για τους ιδιώτες γιατρούς: Για να διατηρεί ένας μη συμβεβλημένος γιατρός το προνόμιο πρόσβασης στην πλατφόρμα της ΗΔΙΚΑ (ώστε να συνταγογραφεί φάρμακα και εξετάσεις που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ), θα πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ένα συγκεκριμένο block ωρών την εβδομάδα (π.χ. 10 ώρες) για τη δωρεάν εξέταση ασφαλισμένων, είτε στο ιατρείο του είτε σε δημοτικές δομές. Φυσικά, ο γιατρός θα αμείβεται κανονικά και αξιοπρεπώς για τον χρόνο αυτό από το κράτος, διασφαλίζοντας ότι η παροχή είναι δωρεάν αποκλειστικά για τον πολίτη. Όποιος επιλέγει την απόλυτη ιδιωτικότητα, θα πρέπει να συνταγογραφεί και ιδιωτικά.
- Για τα διαγνωστικά κέντρα: Εδώ η υποχρέωση είναι ήδη άμεση και δεδομένη βάσει σύμβασης, αλλά καταστρατηγείται στην πράξη. Το κράτος οφείλει να επιβάλει αυστηρές ρήτρες: η διατήρηση της σύμβασης με τον ΕΟΠΥΥ θα πρέπει να εξαρτάται από την υποχρεωτική, αναλογική διάθεση των καθημερινών ραντεβού σε κατόχους κρατικών παραπεμπτικών. Αν ένα κέντρο αρνείται ή κωλυσιεργεί να εξυπηρετήσει τον ασφαλισμένο, θα πρέπει να αντιμετωπίζει άμεση καταγγελία της σύμβασης και απώλεια της κρατικής χρηματοδότησης.
Το αδιέξοδο του πολίτη: Η Υγεία μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας
Πού ωθεί όμως, τελικά, αυτή η πολιτική την Υγεία; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: σε μια βίαιη, έμμεση ιδιωτικοποίηση, όπου το δικαίωμα στη θεραπεία εξαρτάται αποκλειστικά από το βάθος της τσέπης του καθενός. Η κεντρική διοίκηση, αρνούμενη να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος, σπρώχνει συνειδητά το σύστημα σε μια κατάσταση όπου το Δημόσιο λειτουργεί απλώς ως «τροχονόμος» ιδιωτικών συμφερόντων.
Όταν ο πολίτης βρεθεί στην ανάγκη για μια σοβαρή θεραπεία, μια διάγνωση ή μια χειρουργική επέμβαση, έρχεται αντιμέτωπος με μια εφιαλτική πραγματικότητα:
- Οι λίστες της ντροπής: Στα δημόσια νοσοκομεία, οι αναμονές για ένα τακτικό χειρουργείο ή μια εξειδικευμένη θεραπεία μετρούν πολλούς μήνες.
- Το εκβιαστικό δίλημμα: Ο ασθενής δεν έχει τον χρόνο να περιμένει· η κατάσταση της υγείας του τον πιέζει. Έτσι, οδηγείται αναγκαστικά είτε στα θεσμοθετημένα πλέον απογευματινά χειρουργεία του ΕΣΥ (πληρώνοντας νόμιμο «γρηγορόσημο» στο κράτος), είτε απευθείας στις ιδιωτικές κλινικές και στα διαγνωστικά κέντρα.
- Οι τιμές ξεφεύγουν, τα αδιέξοδα μεγαλώνουν: Τα ποσά που καλείται να καταβάλει ένας μέσος οικογενειάρχης, ένας χαμηλόμισθος ή ένας συνταξιούχος είναι δυσβάσταχτα. Οι τιμές για μια αξιοπρεπή και έγκαιρη χειρουργική επέμβαση στον ιδιωτικό τομέα, ή ακόμα και οι συμμετοχές σε νοσήλια, εξετάσεις και νέα ακριβά φάρμακα, αγγίζουν πλέον χιλιάδες ευρώ. Ζητούνται ποσά-μαμούθ για τα δεδομένα των σημερινών μισθών.
Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή. Οικογένειες καταστρέφονται οικονομικά, ρευστοποιούν οικονομίες μιας ζωής ή δανείζονται, απλώς και μόνο για να εξαγοράσουν τον χρόνο και την υγεία τους. Το αδιέξοδο είναι καθολικό. Η Υγεία έχει πάψει να είναι κοινωνικό αγαθό και έχει μετατραπεί σε ένα ακριβά κοστολογημένο εμπόρευμα.
Απέναντι σε αυτή την καθολική απαξίωση, είναι σαφές ότι τα επιδόματα των Δήμων δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της κατάρρευσης. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δείχνει τον δρόμο της ευθύνης, αλλά η κεντρική εξουσία οφείλει να σταματήσει να εθελοτυφλεί. Η υγεία των πολιτών δεν είναι πεδίο δημοσιονομικών πειραμάτων ούτε αγοραίας διευθέτησης. Αν δεν υιοθετηθούν τώρα τολμηρές, δομικές μεταρρυθμίσεις —όπως αυτές που προαναφέρθηκαν— το «δωρεάν ΕΣΥ» θα παραμείνει μια μακρινή ανάμνηση και η πρόσβαση στην περίθαλψη θα μετατραπεί οριστικά σε προνόμιο των λίγων.
- Λεπτομέρειες
- Εμφανίσεις: 523
Του Παρατηρητή
Η αντίστροφη μέτρηση για το κλείσιμο του ΧΥΤΑ Φυλής ξεκίνησε με τυμπανοκρουσίες. Μια επιχειρηματική συμφωνία-μαμούθ μεταξύ των ομίλων AKTOR και Motor Oil, ύψους άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ, παρουσιάζεται ως το «χρυσό διαβατήριο» για το πέρασμα της Αττικής στην εποχή της «κυκλικής οικονομίας».
Διαβάζοντας κανείς τα τοπικά δημοσιεύματα, όπως αυτό του thriassio.gr, σχηματίζει την εντύπωση ότι η Δυτική Αττική είναι έτοιμη να μεταμορφωθεί σε έναν επίγειο, καταπράσινο παράδεισο. Με εκφράσεις που θυμίζουν διαφημιστικό φυλλάδιο κτηματομεσιτικών γραφείων, μας παρουσιάζουν το οριστικό κλείσιμο της «πληγής» και τη μετάβαση σε μια «σύγχρονη βιομηχανία». Πρόκειται για μια μνημειώδη επικοινωνιακή κοροϊδία. Αντί τα τοπικά μέσα να βγουν μπροστά και να βροντοφωνάξουν «Τέλος, φτάνει, πάρτε τα σκουπίδια από την περιοχή μας», επιλέγουν να βαφτίζουν τοξικές καμινάδες ως οικολογική σωτηρία.
Η Δημοσιογραφία της Ωραιοποίησης: Όταν τα Εργοστάσια Βαφτίζονται «Λιβάδια»
Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τον τρόπο που παρουσιάζεται το θέμα είναι η συνειδητή αποσιώπηση της αλήθειας. Το δημοσίευμα πανηγυρίζει για τη «νέα εποχή», αλλά κρύβει επιμελώς ανάμεσα στις γραμμές τη φράση-κλειδί: «Το μεγαλύτερο έργο... θα χωροθετηθεί μεν εντός της Φυλής».
Δηλαδή, προς τι οι πανηγυρισμοί; Τα σκουπίδια όλης της Αθήνας δεν φεύγουν από τη Δυτική Αττική. Απλώς, αντί να ανοίγουν τρύπες στο βουνό και να τα θάβουν, θα κατασκευάσουν εργοστάσια-μαμούθ για να τα καίνε. Το να παρουσιάζεται αυτή η βαριά, ρυπογόνος βιομηχανική ζώνη ως «περιβαλλοντική ανακούφιση» των κατοίκων αποτελεί προσβολή για τη νοημοσύνη μιας ολόκληρης περιοχής που έχει θυσιάσει την υγεία της εδώ και δεκαετίες.
Το Μύθευμα της «Πράσινης» Ενέργειας από Καύση
Ο Εθνικός Σχεδιασμός προκρίνει την Ενεργειακή Αξιοποίηση, δηλαδή την καύση του υπολείμματος των σκουπιδιών (των δευτερογενών καυσίμων RDF/SRF). Εδώ κρύβεται η μεγάλη απάτη που τα τοπικά μέσα «ξεχνούν» να αναλύσουν: Η καύση σκουπιδιών ΔΕΝ είναι πράσινη ενέργεια.
- Καύση πλαστικού σημαίνει καύση πετρελαίου: Το μεγαλύτερο μέρος των σκουπιδιών που προορίζονται για καύση αποτελείται από πλαστικά και συσκευασίες. Το πλαστικό παράγεται από ορυκτά καύσιμα. Όταν λοιπόν το καις, στην πραγματικότητα καις πετρέλαιο.
- Τεράστιο ανθρακικό αποτύπωμα: Τα εργοστάσια καύσης εκλύουν στην ατμόσφαιρα τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα – συχνά περισσότερο ακόμα και από τις παραδοσιακές μονάδες φυσικού αερίου. Το να ονομάζεται αυτή η διαδικασία «πράσινη» ή «ανανεώσιμη» είναι επιστημονικός παραλογισμός.
Η «Μαύρη» Πλευρά: Τοξική Τέφρα και Καμινάδες
Η καύση δεν εξαφανίζει τα σκουπίδια, απλώς μειώνει τον όγκο τους, αφήνοντας πίσω της νέα, επικίνδυνα κατάλοιπα:
- Τοξική Ιπτάμενη Τέφρα: Αυτό που συγκρατείται από τα φίλτρα των καμινάδων είναι ένα άκρως επικίνδυνο, τοξικό απόβλητο γεμάτο βαρέα μέταλλα και διοξίνες. Αυτό το υλικό απαιτεί ειδικούς, στεγανούς Χώρους Ταφής Επικινδύνων Αποβλήτων (ΧΥΤΕΑ) ή πανάκριβη εξαγωγή στο εξωτερικό.
- Τέφρα Πυθμένα: Η στάχτη που μένει στον πάτο του φούρνου αποτελεί το 20-30% του βάρους των αρχικών σκουπιδιών και, αν δεν απορροφηθεί από την τσιμεντοβιομηχανία, θα πρέπει να θαφτεί ξανά στη γη της Δυτικής Αττικής.
- Απειλή για τη Δημόσια Υγεία: Σε μια ήδη περιβαλλοντικά γονατισμένη ζώνη (διυλιστήρια, Θριάσιο, Ασπρόπυργος), η προσθήκη παραδοσιακών καμινάδων προκαλεί τρόμο. Η υγεία των κατοίκων θα εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από το αν οι ιδιώτες επενδυτές θα συντηρούν σωστά τα πανάκριβα φίλτρα ή αν θα κάνουν «εκπτώσεις» για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους.
Πώς λειτουργεί η Ευρώπη: Η χαοτική διαφορά στα πρότυπα
Εδώ αναδεικνύεται η απόλυτη ελληνική προχειρότητα. Όταν οι εγχώριοι επενδυτές και τα μέσα ενημέρωσης επικαλούνται τα «ευρωπαϊκά πρότυπα», ξεχνούν να αναφέρουν πώς λειτουργούν οι σύγχρονες μονάδες στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Σε προηγμένες περιβαλλοντικά χώρες, οι σταθμοί αυτοί κατασκευάζονται ως πρότυπα βιομηχανικά συγκροτήματα υψηλής αρχιτεκτονικής, πλήρως εσωκλεισμένα, και αρκετοί από αυτούς ενσωματώνονται απευθείας στον αστικό ιστό (όπως το διάσημο Amager Bakke στην Κοπεγχάγη). Αν και είναι επίγειες εγκαταστάσεις που διαθέτουν καμινάδες, η τεράστια διαφορά τους έγκειται στα συστήματα φιλτραρίσματος. Οι τεχνολογίες καθαρισμού και δέσμευσης ρύπων πολλαπλών σταδίων είναι τόσο αυστηρές, που οι μονάδες εκλύουν κυρίως φιλτραρισμένους υδρατμούς, με τις εκπομπές αερίων να ελέγχονται αυστηρά και να μεταδίδονται δημόσια σε πραγματικό χρόνο, διασφαλίζοντας ότι δεν επιβαρύνεται η ατμόσφαιρα.
Στη Φυλή, όμως, σε μια ήδη επιβαρυμένη περιβαλλοντικά ζώνη, το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα εφαρμοστούν αυτές οι πανάκριβες τεχνολογίες αιχμής ή αν θα ακολουθηθεί μια πιο συμβατική και πρόχειρη «συνταγή», μετατρέποντας τις καμινάδες σε μόνιμη απειλή πάνω από τα κεφάλια μας.
Γιατί στήνεται αυτό το σκηνικό;
Για τους μεγάλους παίκτες της αγοράς (AKTOR, Motor Oil, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Metlen), τα σκουπίδια είναι εγγυημένο, ζεστό χρήμα. Οι ιδιώτες θα εισπράττουν το θεσμοθετημένο αντίτιμο εισόδου (ταρίφα ανά τόνο) από τους Δήμους –δηλαδή από τις τσέπες των πολιτών μέσω των δημοτικών τελών– και ταυτόχρονα θα πουλάνε το ρεύμα της καύσης στο δίκτυο.
Είναι ένα επιχειρηματικό σχέδιο χωρίς ρίσκο, επιδοτούμενο από το κράτος, που βολεύει τις κυβερνήσεις για να δείξουν ότι «εξαφάνισαν» τις χωματερές, ενώ τα τοπικά μέσα αναλαμβάνουν τον ρόλο του χειροκροτητή.
Η Οριστική Θεσμοθέτηση της Αδικίας
Το κλείσιμο της χωματερής της Φυλής, έτσι όπως σχεδιάζεται και ωραιοποιείται, δεν είναι περιβαλλοντική δικαίωση· είναι η οριστική μετατροπή της Δυτικής Αττικής σε έναν μόνιμο, βιομηχανικό «σκουπιδοτενεκέ».
Αντί για πραγματική ανακύκλωση στην πηγή, μείωση του πλαστικού και δίκαιη, αποκεντρωμένη διαχείριση σε όλη την Αττική, επιλέγεται η συγκεντρωτική λύση των εργοστασίων-μαμούθ που χρειάζονται συνεχώς «τροφή» (σκουπίδια) για να βγάζουν κέρδος. Η Δυτική Αττική αλλάζει απλώς τύπο υποβάθμισης. Κρίμα που τα μέσα ενημέρωσης που θα έπρεπε να προστατεύουν την περιοχή, επιλέγουν να κλείνουν τα μάτια, σερβίροντας στους πολίτες «πράσινα» παραμύθια.
Η ρύπανση γίνεται αιτία για καρκίνο του πνεύμονα
Η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη καθημερινότητα για τους κατοίκους της Δυτικής Αττικής και ειδικότερα της περιοχής των Άνω Λιοσίων. Όλο και περισσότερες επιστημονικές μελέτες αποκαλύπτουν ότι η μακροχρόνια έκθεση σε τοξικούς ρύπους, όπως εκείνους που εκπέμπονται από τη χωματερή της Φυλής, μπορεί


