Η τιμή της επώνυμης φέτας έχει πλέον φτάσει έως και τα 16 ευρώ το κιλό στην αγορά, ενώ οι εκπρόσωποι του κλάδου αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο για νέες αυξήσεις.
Η εξέλιξη συνδέεται κυρίως με τη μεγάλη μείωση του ζωικού κεφαλαίου και τη χαμηλότερη διαθεσιμότητα πρόβειου γάλακτος. Την ίδια στιγμή, η ζήτηση για ελληνική φέτα στις αγορές του εξωτερικού παραμένει ισχυρή.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, Μιχάλη Σαράντη, έχουν χαθεί περίπου 600.000 ζώα, ενώ ο αριθμός των προβάτων έχει πλέον υποχωρήσει κάτω από τα 8 εκατομμύρια.
Οι απώλειες αποδίδονται σε μεγάλο βαθμό στην ευλογιά των αιγοπροβάτων και στις θανατώσεις που πραγματοποιήθηκαν για τον περιορισμό της νόσου. Η αναπλήρωση των κοπαδιών απαιτεί χρόνο και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κλάδου, μπορεί να χρειαστούν περίπου δύο χρόνια μέχρι να επανέλθει η παραγωγή στα προηγούμενα επίπεδα.
Περισσότερη ζήτηση, λιγότερο γάλα
Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές φέτας εμφανίζουν αύξηση περίπου 7%, γεγονός που ενισχύει την πίεση στην εγχώρια αγορά.
Οι γαλακτοβιομηχανίες διαθέτουν περιορισμένα αποθέματα, ενώ η μειωμένη παραγωγή γάλακτος δυσκολεύει την κάλυψη της ζήτησης. Όταν η διαθέσιμη πρώτη ύλη μειώνεται και η ζήτηση παραμένει υψηλή, η πίεση μεταφέρεται τελικά στην τιμή του προϊόντος.
Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό στο ράφι. Η επώνυμη φέτα έχει φτάσει τα 16 ευρώ το κιλό, ενώ για αρκετούς καταναλωτές η αγορά της γίνεται πλέον σημαντική επιβάρυνση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Δεν είναι τυχαίο ότι ένα μέρος των καταναλωτών στρέφεται σε οικονομικότερες επιλογές, όπως το λευκό τυρί.
Η πίεση αφορά συνολικά τα ελληνικά τρόφιμα
Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στη φέτα. Το ελληνικό γιαούρτι εμφανίζει σημαντική άνοδο στις εξαγωγές, ενώ το ελληνικό ελαιόλαδο αντιμετωπίζει αυξημένο ανταγωνισμό σε ευρωπαϊκές αγορές.
Παράλληλα, το υψηλό μεταφορικό κόστος επιβαρύνει τις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το κόστος για την πρόσβαση σε μακρινές αγορές.

