
Στον Δήμο Φυλής φαίνεται πως η έννοια της θεσμικής λειτουργίας έχει μετατραπεί σε διαδικασία έντονης και μαζικής διεκπεραίωσης αποφάσεων μέσα σε πολύ περιορισμένο χρονικό πλαίσιο. Την ίδια ημέρα και σχεδόν την ίδια ώρα προγραμματίζονται η Ειδική Συνεδρίαση Λογοδοσίας στις 19:30, η συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου στις 19:45 και η συνεδρίαση της Δημοτικής Επιτροπής στις 20:15, με δεκάδες θέματα, εκτενείς εισηγήσεις και αποφάσεις που αφορούν σημαντικά ζητήματα διοίκησης, έργων και δαπανών.
Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο υπάρχει επαρκής χρόνος για ουσιαστική μελέτη, έλεγχο και τοποθέτηση επί ενός τόσο μεγάλου όγκου θεμάτων. Δημοτικοί σύμβουλοι καλούνται να εξετάσουν τεχνικές εκθέσεις, μελέτες, συμβάσεις, αναμορφώσεις προϋπολογισμού, νομικές εισηγήσεις και έργα σημαντικού οικονομικού αντικειμένου μέσα σε ιδιαίτερα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια.
Το Δημοτικό Συμβούλιο, ως κορυφαίο θεσμικό όργανο του Δήμου, οφείλει να αποτελεί χώρο ουσιαστικού ελέγχου, διαφάνειας και δημοκρατικής συζήτησης. Όταν όμως συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός θεμάτων σε μία συνεδρίαση και περιλαμβάνονται έργα και δαπάνες όπως:
- ψηφιακός μετασχηματισμός ύψους 1.021.443,20€
- έργα σχολικών κτηρίων 1.914.796,84€
- υπηρεσίες διαχείρισης προγραμμάτων 178.336,80€
- τεχνική υποστήριξη και έργα 222.940,82€
δημιουργείται εύλογος προβληματισμός ως προς τον πραγματικό χρόνο και τη δυνατότητα ουσιαστικής συζήτησης επί τόσο σύνθετων θεμάτων.
Αντίστοιχα, σε μία μόνο συνεδρίαση εμφανίζονται και σημαντικές πολιτιστικές και λειτουργικές δαπάνες όπως:
- 93.840,80€ για πολιτιστικές εκδηλώσεις
- 22.320€ για καλλιτεχνικές αμοιβές
- 20.460€ και 18.600€ για συναυλίες και ορχήστρες
- 15.810€ για εκδηλώσεις
- καθώς και σειρά επαναλαμβανόμενων αποφάσεων για δαπάνες κοντά στα όρια των 29.000€ – 37.000€ για υπηρεσίες, προμήθειες και συμβουλευτικές εργασίες
Το σύνολο των θεμάτων δημιουργεί την εικόνα μιας διαδικασίας όπου μεγάλος αριθμός οικονομικών αποφάσεων εξετάζεται σε πολύ σύντομο χρόνο, γεγονός που αντικειμενικά δυσκολεύει την εις βάθος αξιολόγηση κάθε θέματος.
Παράλληλα, παρατηρείται συχνή παρουσία θεμάτων που σχετίζονται με απευθείας αναθέσεις, με διατυπώσεις όπως «καθορισμός τρόπου εκτέλεσης» ή «διάθεση ποσού στο πλαίσιο της απευθείας ανάθεσης». Το γεγονός αυτό δημιουργεί ερωτήματα και προβληματισμό ως προς το εύρος εφαρμογής ανταγωνιστικών διαδικασιών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η υπερσυγκέντρωση αποφάσεων στη Δημοτική Επιτροπή, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ότι μεγάλο μέρος της διοικητικής διαδικασίας εξελίσσεται σε στενά χρονικά και θεσμικά περιθώρια, περιορίζοντας τη δυνατότητα ευρύτερης δημόσιας συζήτησης και παρακολούθησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δημότης δυσκολεύεται αντικειμενικά να παρακολουθήσει το σύνολο των αποφάσεων, των ποσών και των διαδικασιών που εγκρίνονται, καθώς η πληροφόρηση προκύπτει μέσα από εκτενείς ημερήσιες διατάξεις και σύνθετες εισηγήσεις.
Το ζήτημα που αναδεικνύεται δεν είναι μόνο διαδικαστικό, αλλά κυρίως θεσμικό. Τίθεται προβληματισμός για το κατά πόσο το υφιστάμενο πλαίσιο συνεδριάσεων επιτρέπει πραγματικό έλεγχο, επαρκή συζήτηση και ουσιαστική λογοδοσία, όταν μεγάλος αριθμός θεμάτων εξετάζεται σε τόσο περιορισμένο χρόνο.
Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο η τρέχουσα πρακτική εξυπηρετεί τον στόχο της διαφάνειας και της ουσιαστικής δημοκρατικής λειτουργίας ή αν, εκ των πραγμάτων, οδηγεί σε διαδικασίες ταχείας διεκπεραίωσης, όπου η ανάλυση και η εις βάθος συζήτηση καθίστανται δυσχερείς.

