Οι περιοδείες, οι ανακοινώσεις υποψηφίων και τα σενάρια για τον χρόνο των εκλογών αποκτούν διαφορετική σημασία όταν εξεταστούν υπό το πρίσμα της φθοράς της κυβέρνησης. Η υπόθεση της ΑΟΖ προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα προβληματισμού, ενόψει και των επόμενων δημοσκοπήσεων.
Για να καταλάβουμε τις κινήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, ίσως χρειάζεται να δούμε τα πράγματα λίγο ανάποδα. Όχι μόνο από την ημερομηνία των εκλογών, αλλά κυρίως από το πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.
Ο πρωθυπουργός πραγματοποιεί περιοδείες, ενώ παράλληλα ανακοινώνονται ονόματα υποψηφίων για τις επόμενες εκλογές, όποτε κι αν αυτές διεξαχθούν. Την ίδια στιγμή, επιμένει ότι οι κάλπες θα στηθούν στο τέλος της κυβερνητικής θητείας, το 2027.
Μεμονωμένα, αυτές οι κινήσεις μπορεί να φαίνονται αντιφατικές. Αν όμως τις δούμε ως μέρος μιας προσπάθειας πολιτικής προετοιμασίας, αποκτούν τη δική τους λογική. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάζεται να προετοιμάσει το κόμμα του, να κινητοποιήσει τους ψηφοφόρους του και να περιορίσει τις απώλειες που καταγράφονται ή ενδέχεται να καταγραφούν.
Οι παράγοντες που πιέζουν τη Νέα Δημοκρατία
Από τις εκλογές του 2023 μέχρι σήμερα, έχουν αλλάξει σημαντικά δεδομένα στη σχέση της Νέας Δημοκρατίας με ένα τμήμα της εκλογικής της βάσης.
Πρώτος παράγοντας είναι η δυσαρέσκεια που προκάλεσαν συγκεκριμένες επιλογές της κυβέρνησης σε κοινωνικά και ιδεολογικά ζητήματα. Ένα τμήμα των παραδοσιακών ψηφοφόρων της δεν ήταν έτοιμο να αποδεχθεί τις αλλαγές που προωθήθηκαν, παρά τις σχετικές προγραμματικές δεσμεύσεις.
Δεύτερος παράγοντας είναι η συσσώρευση πολιτικής δυσαρέσκειας. Οι χειρισμοί στην υπόθεση των Τεμπών και οι υπόλοιπες υποθέσεις που απασχόλησαν την επικαιρότητα έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα αμφισβήτησης. Ακόμη και ψηφοφόροι που δεν έχουν εγκαταλείψει οριστικά τη Νέα Δημοκρατία εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικοί.
Τρίτος παράγοντας είναι η αβεβαιότητα στο εσωτερικό της παράταξης. Η στάση των πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, καθώς και τα σενάρια για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα από τον δεύτερο, ενδέχεται να επηρεάσουν την εκλογική συμπεριφορά ενός τμήματος της παραδοσιακής δεξιάς βάσης.
Σε αυτούς τους παράγοντες έρχεται να προστεθεί και το ζήτημα της ΑΟΖ. Η συζήτηση γύρω από τις εξελίξεις στην εξωτερική πολιτική και τις επιλογές της κυβέρνησης δημιουργεί ένα ακόμη πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Για μια κυβέρνηση που έχει επενδύσει σημαντικό μέρος της εικόνας της στην αξιοπιστία και στην αποτελεσματική διαχείριση των εθνικών θεμάτων, κάθε εξέλιξη που προκαλεί αμφισβήτηση μπορεί να έχει πολιτικό κόστος. Το μέγεθος αυτού του κόστους, ωστόσο, θα φανεί από τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και όχι μόνο από την πολιτική αντιπαράθεση.
Η βάση δεν είναι πάντα η ηγεσία
Όλα αυτά μπορεί να λειτουργούν αποσυσπειρωτικά, κυρίως στη βάση της Νέας Δημοκρατίας. Η εικόνα που μεταφέρουν τα κομματικά στελέχη δεν είναι απαραίτητα ίδια με εκείνη που συναντά κανείς στις τοπικές οργανώσεις και στις καθημερινές συζητήσεις μεταξύ των ψηφοφόρων.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν αρκεί να διατηρεί τον έλεγχο του κομματικού μηχανισμού. Πρέπει να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη ανθρώπων που τον στήριξαν το 2023, αλλά σήμερα εμφανίζονται αποστασιοποιημένοι ή σκέφτονται να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους στην κάλπη.
Οι περιοδείες, οι ανακοινώσεις υποψηφίων και η συζήτηση για τις εκλογές εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια. Παράλληλα, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να αναδείξει τη Νέα Δημοκρατία ως τη δύναμη της πολιτικής σταθερότητας, απέναντι σε ένα αβέβαιο πολιτικό σκηνικό.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η στρατηγική αυτή μπορεί να ανακόψει τη φθορά. Οι επόμενες δημοσκοπήσεις θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς θα αποτυπώσουν όχι μόνο τη συνολική πρόθεση ψήφου, αλλά και το κατά πόσο η κυβέρνηση διατηρεί τη συσπείρωση των ψηφοφόρων της.
Ιδιαίτερη σημασία θα έχει αν η υπόθεση της ΑΟΖ επηρεάζει την αξιολόγηση της κυβέρνησης στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικών συμφερόντων, καθώς και αν προστίθεται στη γενικότερη δυσαρέσκεια ή παραμένει ένα ζήτημα περιορισμένης εκλογικής επίδρασης.
Η συσπείρωση δεν εξασφαλίζεται μόνο με περιοδείες και εκλογικά διλήμματα. Και οι επόμενες μετρήσεις θα δείξουν αν η φθορά μπορεί να ανακοπεί ή αν το ρήγμα ανάμεσα στην ηγεσία και ένα τμήμα της παραδοσιακής εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας διευρύνεται.
Η συντακτική ομάδα του ¨Δημότη Φυλής"

