Η πολιτική φθορά της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κέρδη για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από τη σημερινή πολιτική εικόνα. Παρά τη δυσαρέσκεια που προκαλούν η ακρίβεια, τα προβλήματα της καθημερινότητας και η αίσθηση ότι οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης εξακολουθεί να αναζητείται.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα ποσοστά των δημοσκοπήσεων. Αφορά κυρίως την ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να μετατρέψουν την κοινωνική δυσαρέσκεια σε συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.
Η δυσαρέσκεια δεν αρκεί
Οι πολίτες μπορεί να είναι δυσαρεστημένοι από την κυβερνητική πολιτική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμοι να εμπιστευθούν οποιονδήποτε εμφανίζεται ως αντίπαλός της. Η ψήφος διαμαρτυρίας δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την ψήφο εμπιστοσύνης.
Για να αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί, χρειάζεται κάτι περισσότερο από καταγγελίες και αντιπαραθέσεις. Χρειάζεται ένα πειστικό σχέδιο για την οικονομία, την εργασία, τη δημόσια υγεία, την παιδεία και την προστασία των εισοδημάτων.
Ο πολίτης θέλει να γνωρίζει τι θα αλλάξει στη ζωή του. Πόσο θα μειωθεί η οικονομική του επιβάρυνση, πώς θα αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση, τι θα γίνει με τους μισθούς και τις συντάξεις και ποιες παρεμβάσεις θα περιορίσουν την ανασφάλεια που αισθάνεται.
Οι γενικές διακηρύξεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης ή πολιτικής αλλαγής δεν αρκούν όταν δεν συνοδεύονται από σαφείς προτεραιότητες και εφαρμόσιμες προτάσεις.
Η μάχη για την αξιοπιστία
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η αξιοπιστία των πολιτικών προσώπων. Η κοινωνία δεν αξιολογεί μόνο τις θέσεις ενός κόμματος, αλλά και την ικανότητα εκείνων που τις εκφράζουν να τις εφαρμόσουν.
Η εμπειρία των προηγούμενων ετών έχει δημιουργήσει επιφυλάξεις σε σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος. Οι υποσχέσεις έχουν μικρότερη αξία όταν δεν συνοδεύονται από εξηγήσεις για το κόστος, τις δυσκολίες και τις πραγματικές δυνατότητες υλοποίησης.
Παράλληλα, η διαρκής εσωτερική αντιπαράθεση, οι προσωπικές στρατηγικές και οι συζητήσεις για τους συσχετισμούς στο εσωτερικό των κομμάτων δυσκολεύουν την επικοινωνία με την κοινωνία.
Όταν η πολιτική συζήτηση περιστρέφεται περισσότερο γύρω από το ποιος θα επικρατήσει παρά γύρω από το τι πρέπει να αλλάξει, οι πολίτες εύκολα αποστασιοποιούνται.
Το ζητούμενο είναι μια διαφορετική πρόταση
Η ανασύνταξη της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην προσδοκία ότι η κυβερνητική φθορά θα συνεχιστεί. Απαιτεί σαφή πολιτική ταυτότητα, κοινωνικές συμμαχίες και συγκεκριμένες δεσμεύσεις που θα απαντούν στα πραγματικά προβλήματα.
Απαιτεί, επίσης, ουσιαστική παρουσία στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές και στις κοινωνικές διεκδικήσεις, όχι μόνο τηλεοπτικές εμφανίσεις και ανακοινώσεις.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ποιο κόμμα θα καταλάβει τη δεύτερη θέση. Είναι ποια πολιτική δύναμη θα καταφέρει να πείσει ότι διαθέτει την πρόταση, την ομάδα και την αποφασιστικότητα για να κυβερνήσει διαφορετικά.
Μέχρι τότε, η πολιτική δυσαρέσκεια μπορεί να παραμένει ισχυρή, χωρίς να μετατρέπεται σε αντίστοιχη εκλογική δυναμική. Και αυτή είναι μια πραγματικότητα που η αντιπολίτευση δεν μπορεί να αγνοεί.

