
Η Ευρώπη έχει ένα χρέος που δύσκολα χωρά στο μυαλό: 15,7 τρισεκατομμύρια ευρώ χρωστούν συνολικά τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρώτη εντύπωση είναι ότι πρόκειται για χρήματα που έχουν δανειστεί από τον υπόλοιπο κόσμο. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική.
Τα κρατικά ομόλογα που εκδίδουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αγοράζονται από τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, επενδυτικά κεφάλαια, συνταξιοδοτικούς οργανισμούς και κεντρικές τράπεζες. Με άλλα λόγια, όταν ένα ευρωπαϊκό κράτος δανείζεται, ένας σημαντικός μέρος των χρημάτων καταλήγει σε άλλους ευρωπαϊκούς οικονομικούς φορείς.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι αποκαλυπτικά. Στο τέλος του 2024, περίπου 23% του κρατικού χρέους της ευρωζώνης, περίπου 2,6 τρισ. ευρώ, βρισκόταν στα χέρια επενδυτών εκτός ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 77% παρέμενε μέσα στην ίδια την ευρωζώνη.
Άρα, όταν ακούμε ότι η Ευρώπη χρωστά περισσότερα από 15 τρισ. ευρώ, δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι όλο αυτό το ποσό το διεκδικούν η Αμερική, η Κίνα, η Ιαπωνία ή άλλες χώρες.
Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους είναι εσωτερικό
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο, το ίδιο ποσό που αποτελεί χρέος για ένα κράτος, αποτελεί περιουσιακό στοιχείο για κάποιον άλλο. Το κράτος πληρώνει τόκους και ο κάτοχος του ομολόγου εισπράττει.
Έτσι δημιουργείται ένας τεράστιος κύκλος χρήματος μέσα στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οι κυβερνήσεις δανείζονται, οι επενδυτές αγοράζουν το χρέος και στη συνέχεια εισπράττουν τόκους από τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το χρέος δεν αποτελεί πρόβλημα. Τα κράτη πρέπει να εξυπηρετούν τα δάνειά τους και να πληρώνουν τους τόκους, ενώ το κόστος αυξάνεται όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής κατάταξης, με δημόσιο χρέος περίπου 143,5% του ΑΕΠ.
Το ευρωπαϊκό χρέος, επομένως, δεν είναι μια απλή ιστορία εξάρτησης από ξένους δανειστές. Είναι ένα τεράστιο οικονομικό δίκτυο, όπου κράτη, τράπεζες, επενδυτές και θεσμοί δανείζουν και δανείζονται μεταξύ τους.
Το πραγματικό βάρος δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος του χρέους, αλλά στο κόστος που δημιουργεί κάθε χρόνο για τους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς. Και αυτό είναι το σημείο που θα συνεχίσει να πιέζει τις ευρωπαϊκές οικονομίες τα επόμενα χρόνια.


