
Η επίσημη έκθεση της Ελληνικής Αστυνομίας για το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα το 2024, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα τον Δεκέμβριο του 2025, καταγράφει με σαφήνεια τη μετατροπή της Δυτικής Αττικής σε μία από τις πλέον επιβαρυμένες περιοχές της χώρας σε επίπεδο οργανωμένης παραβατικότητας. Στο επίκεντρο των αναφορών βρίσκονται ομάδες Ρομά που δραστηριοποιούνται κυρίως σε κλοπές, διαρρήξεις, ληστείες, διακίνηση ναρκωτικών και κυκλώματα κλοπιμαίων, με την περιοχή του Δήμου Φυλής να εμφανίζεται διαρκώς στον επιχειρησιακό χάρτη της ΕΛ.ΑΣ..
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών συμμοριών που εξαρθρώθηκαν για υποθέσεις κλοπών και διαρρήξεων συνδέεται με οργανωμένες ομάδες Ρομά, οι οποίες δρουν με συγκεκριμένη δομή, διακριτούς ρόλους και επιχειρησιακή οργάνωση. Η αστυνομία περιγράφει δίκτυα που χρησιμοποιούν οχήματα διαφυγής, χώρους αποθήκευσης κλοπιμαίων και διασυνδέσεις μεταξύ καταυλισμών σε Δυτική Αττική, Αχαρνές, Ζεφύρι και Φυλή.
Η Φυλή και συνολικά η Δυτική Αττική εμφανίζονται πλέον όχι απλώς ως περιοχές αυξημένης εγκληματικότητας, αλλά ως βασικοί πυρήνες οργανωμένης δράσης. Οι συνεχείς αστυνομικές επιχειρήσεις των τελευταίων ετών σε καταυλισμούς της περιοχής επιβεβαιώνουν ότι οι αρχές θεωρούν ορισμένες δομές παραβατικότητας ως σταθερές βάσεις επιχειρησιακής δραστηριότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις εντοπίστηκαν όπλα, ναρκωτικά, κλεμμένα οχήματα, χρυσές λίρες και μεγάλος αριθμός κλοπιμαίων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αναφορά της έκθεσης στη στρατολόγηση ανηλίκων και στη χρήση νεαρών ατόμων ως «εκτελεστικών ομάδων» σε κλοπές και διαρρήξεις. Η ΕΛ.ΑΣ. εκτιμά ότι σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται για οικογενειακά ή συγγενικά δίκτυα με διαρκή αναπαραγωγή της παραβατικότητας, γεγονός που δυσκολεύει την αντιμετώπιση του φαινομένου. Παράλληλα, καταγράφεται αυξημένη κινητικότητα συμμοριών από τη Δυτική Αττική προς άλλες περιοχές της Αττικής και της περιφέρειας, με γρήγορες μετακινήσεις και επιστροφή στους καταυλισμούς μετά τη δράση τους.
Για τον Δήμο Φυλής, η εικόνα αυτή δημιουργεί έντονο προβληματισμό τόσο σε επίπεδο ασφάλειας όσο και κοινωνικής συνοχής. Οι κάτοικοι της περιοχής βιώνουν εδώ και χρόνια περιστατικά διαρρήξεων, κλοπών οχημάτων, ένοπλων επεισοδίων και διακίνησης ναρκωτικών, με αποτέλεσμα να ενισχύεται το αίσθημα ανασφάλειας. Η έκθεση της ΕΛ.ΑΣ. έρχεται ουσιαστικά να επιβεβαιώσει ότι σημαντικό μέρος αυτής της δραστηριότητας έχει πλέον χαρακτηριστικά οργανωμένου εγκλήματος και όχι μεμονωμένης παραβατικότητας.
Την ίδια στιγμή, η υπόθεση αναδεικνύει και τη διαχρονική αποτυχία της πολιτείας να διαχειριστεί ουσιαστικά το κοινωνικό ζήτημα των καταυλισμών και της ένταξης μεγάλου μέρους του πληθυσμού Ρομά. Η απουσία εκπαίδευσης, κοινωνικής πολιτικής, σταθερής εργασίας και κρατικής παρουσίας δημιούργησε, σύμφωνα με αναλυτές και αστυνομικές εκτιμήσεις, περιοχές με περιορισμένο έλεγχο και υψηλή συγκέντρωση παραβατικών δικτύων.
Ωστόσο, παρά τη σκληρή γλώσσα της έκθεσης, επισημαίνεται ότι η εγκληματική δράση συγκεκριμένων οργανωμένων ομάδων δεν μπορεί να ταυτίζεται συλλογικά με το σύνολο των Ρομά που κατοικούν στη Δυτική Αττική. Στην περιοχή ζουν και εργάζονται οικογένειες χωρίς καμία εμπλοκή με την παραβατικότητα, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σύνθετη τη δημόσια συζήτηση γύρω από την ασφάλεια, την κοινωνική ένταξη και τη διαχείριση των καταυλισμών.


