Τις τελευταίες εβδομάδες επανέρχεται στο προσκήνιο ένα ζήτημα που προκαλεί ανησυχία σε χιλιάδες ασφαλισμένους: τι συμβαίνει με τη σύνταξη όσων έχουν ρυθμίσει ή «κουρέψει» τα χρέη τους; Υπάρχει πραγματικά κίνδυνος να χαθεί ο ασφαλιστικός χρόνος;
Η συζήτηση, όπως συχνά συμβαίνει, έχει μπλέξει την πραγματικότητα με τη φημολογία. Και η αλήθεια χρειάζεται μία βασική, αλλά κρίσιμη, διευκρίνιση.
Το ζήτημα αφορά αποκλειστικά και μόνο τις περιπτώσεις διαγραφής (κουρέματος) οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Δεν αφορά όσους έχουν ενταχθεί σε ρύθμιση και εξυπηρετούν κανονικά τις υποχρεώσεις τους.
Εδώ βρίσκεται και το πρώτο μεγάλο λάθος που κυκλοφορεί: η εξίσωση της ρύθμισης με τη διαγραφή. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις, με εντελώς διαφορετικές συνέπειες.
Στην περίπτωση της ρύθμισης, ο ασφαλισμένος αναγνωρίζει την οφειλή του και την εξοφλεί σε δόσεις. Μπορεί μάλιστα να υπάρχει μείωση προσαυξήσεων ή διευκόλυνση στους όρους αποπληρωμής. Όμως η ουσία δεν αλλάζει: οι εισφορές πληρώνονται, έστω και καθυστερημένα. Και από τη στιγμή που πληρώνονται, ο αντίστοιχος ασφαλιστικός χρόνος μετρά κανονικά για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Αντίθετα, στις περιπτώσεις διαγραφής —όπως μπορεί να προκύψει μέσω δικαστικών ρυθμίσεων— το κομμάτι της οφειλής που «κουρεύεται» δεν καταβάλλεται ποτέ. Και εδώ ενεργοποιείται ο βασικός κανόνας του ασφαλιστικού συστήματος: χωρίς καταβολή εισφορών, δεν υπάρχει αναγνώριση ασφαλιστικού χρόνου.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο χρόνος που αντιστοιχεί στις διαγεγραμμένες εισφορές δεν προσμετράται. Δεν πρόκειται για «τιμωρία», αλλά για την ίδια τη λογική λειτουργίας του συστήματος. Τα ένσημα συνδέονται άμεσα με την καταβολή εισφορών — δεν μπορούν να υπάρξουν ανεξάρτητα από αυτή.
Από αυτό το σημείο γεννήθηκε και η παρανόηση που έχει ανησυχήσει πολλούς πολίτες. Όχι, δεν «κόβεται» η σύνταξη επειδή κάποιος μπήκε σε διαδικασία ρύθμισης. Ούτε τιμωρείται επειδή προσπάθησε να τακτοποιήσει τα χρέη του. Το πρόβλημα προκύπτει μόνο όταν ένα μέρος των οφειλών διαγράφεται και, μαζί με αυτό, χάνεται και ο αντίστοιχος ασφαλιστικός χρόνος.
Η διαφορά είναι καθοριστική και πρέπει να ειπωθεί καθαρά:
όποιος πληρώνει — ακόμη και σε δόσεις — διατηρεί τα ένσημά του.
Όποιος απαλλάσσεται από την οφειλή χωρίς να την καταβάλει, δεν κατοχυρώνει τον χρόνο που αντιστοιχεί σε αυτή.
Σε μια περίοδο όπου η παραπληροφόρηση δημιουργεί εύλογη ανασφάλεια, η αποσαφήνιση αυτή είναι απαραίτητη. Γιατί τελικά το δίλημμα δεν είναι «ρύθμιση ή σύνταξη». Το πραγματικό δίλημμα είναι άλλο: πληρωμή εισφορών ή απώλεια ασφαλιστικού χρόνου.
Και εκεί βρίσκεται όλη η ουσία του ζητήματος.



