ΑΝΑΛΥΣΗ | ΔΗΜΟΤΗΣ ΦΥΛΗΣ
Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία κατά τις οποίες οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι κάτι αλλάζει, χωρίς όμως να μπορούν να προβλέψουν πού θα οδηγήσει αυτή η αλλαγή. Ο Μεσοπόλεμος ήταν μία από αυτές. Η Ευρώπη βγήκε από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οικονομικά εξαντλημένη, πολιτικά διχασμένη και κοινωνικά αποσταθεροποιημένη. Η προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας διεθνούς τάξης, με την Κοινωνία των Εθνών στο επίκεντρο, δεν κατάφερε τελικά να αποτρέψει την επιστροφή της αντιπαράθεσης των μεγάλων δυνάμεων.
Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, ο κόσμος δεν βρίσκεται ασφαλώς στην ίδια κατάσταση. Η σύγκριση με το 1939 θα ήταν ιστορικά απλουστευτική. Υπάρχουν όμως ορισμένες ομοιότητες που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το 2026 χαρακτηρίζεται από πολλαπλές ταυτόχρονες κρίσεις, από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έως την αντιπαράθεση ΗΠΑ και Κίνας και την ένταση γύρω από την Ταϊβάν. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν πολλές εστίες έντασης. Είναι ότι αυτές συνδέονται μεταξύ τους και επηρεάζουν την οικονομία, την ενέργεια, το εμπόριο και την παγκόσμια ασφάλεια.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο κοινό στοιχείο με τον Μεσοπόλεμο: η σταδιακή αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης. Τότε, η Συνθήκη των Βερσαλλιών και οι μεταπολεμικές ισορροπίες αμφισβητήθηκαν από δυνάμεις που θεωρούσαν ότι το υπάρχον σύστημα τις περιόριζε. Σήμερα, η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων βρίσκεται επίσης υπό πίεση. Η ισχύς μετακινείται προς περισσότερα κέντρα, οι συμμαχίες δοκιμάζονται και οι μεγάλες δυνάμεις διεκδικούν μεγαλύτερο χώρο επιρροής.
Η διαφορά είναι ότι ο σημερινός ανταγωνισμός δεν γίνεται μόνο με στρατούς. Γίνεται με δασμούς, κυρώσεις, ενεργειακούς πόρους, τεχνολογία, πρώτες ύλες και τον έλεγχο των εφοδιαστικών αλυσίδων. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ έχει χαρακτηρίσει τη γεωοικονομική αντιπαράθεση ως τον σημαντικότερο κίνδυνο για το 2026, ενώ μεγάλο μέρος των ειδικών που συμμετείχαν στην έρευνά του αναμένει έναν περισσότερο κατακερματισμένο και πολυπολικό κόσμο.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Οι μεγάλες διεθνείς συγκρούσεις δεν ξεκινούν πάντοτε από την πρόθεση ενός ηγέτη να οδηγήσει τον κόσμο σε πόλεμο. Μπορούν να ξεκινήσουν από έναν λάθος υπολογισμό. Από την πεποίθηση ότι ο αντίπαλος δεν θα αντιδράσει. Από μια στρατιωτική κίνηση που θεωρείται περιορισμένη και προκαλεί μια απάντηση που κανείς δεν είχε υπολογίσει.
Αυτό ακριβώς είναι που έκανε τόσο επικίνδυνο τον Μεσοπόλεμο. Η Ευρώπη δεν ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να οδηγηθεί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σύγκρουση χτίστηκε σταδιακά, μέσα από οικονομικές κρίσεις, εθνικισμούς, εξοπλισμούς, αδυναμία των διεθνών θεσμών και διαδοχικές υποχωρήσεις απέναντι στην παραβίαση των κανόνων.
Το 2026 δεν είναι το 1939. Υπάρχουν το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ΟΗΕ, η πυρηνική αποτροπή και πολύ ισχυρότερες οικονομικές αλληλεξαρτήσεις. Υπάρχουν επίσης δίαυλοι επικοινωνίας που μπορούν να αποτρέψουν μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, η ταυτόχρονη παρουσία πολλών κρίσεων καθιστά ακόμη πιο σημαντική τη διπλωματία και την ψυχραιμία.
Η Ιστορία, λοιπόν, δεν επαναλαμβάνεται με ακρίβεια. Επαναλαμβάνει όμως μοτίβα. Και όταν βλέπουμε να επιστρέφουν ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, οι εξοπλισμοί, η οικονομική αντιπαράθεση και η αμφισβήτηση των διεθνών κανόνων, αξίζει να θυμόμαστε τι συνέβη την προηγούμενη φορά.
Το μεγάλο ερώτημα για το 2026 δεν είναι αν έρχεται ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος. Κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι μεγάλες δυνάμεις θα καταφέρουν να διαχειριστούν τις σημερινές συγκρούσεις πριν αυτές αποκτήσουν τη δική τους δυναμική.
Γιατί αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα του Μεσοπολέμου: οι μεγάλες καταστροφές δεν αρχίζουν όταν όλοι πιστεύουν ότι έρχονται. Αρχίζουν όταν οι περισσότεροι θεωρούν ότι δεν πρόκειται να συμβούν.

