Παρά τις συνεχείς καταγγελίες κατοίκων, τις υλικές ζημιές και τους κινδύνους για τη δημόσια ασφάλεια, η παρουσία αγριογούρουνων στις γειτονιές της Φυλής παραμένει αναπάντητο πρόβλημα — με τις αρμοδιότητες να μετακυλίονται και την ουσιαστική παρέμβαση να εκκρεμεί.
Τα αγριογούρουνα δεν αποτελούν πλέον «μεμονωμένο περιστατικό» στη Φυλή. Αποτελούν επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, τεκμηριωμένο από καταγγελίες κατοίκων, φωτογραφικό υλικό και αναφορές σε τοπικό επίπεδο, το οποίο ωστόσο παραμένει χωρίς σταθερή και συντονισμένη διαχείριση.
Η παρουσία τους εντός του αστικού και ημιαστικού ιστού δεν είναι απλώς ενοχλητική· είναι δυνητικά επικίνδυνη. Ζημιές σε περιουσίες, τροχαία συμβάντα σε οδικά δίκτυα περιμετρικά της Αθήνας και περιστατικά σύγκρουσης οχημάτων με αγριογούρουνα έχουν καταγραφεί επανειλημμένα τα τελευταία δύο έτη σε όλη την Αττική, συμπεριλαμβανομένων περιοχών όπως το Χαϊδάρι, η Εκάλη, η Δροσιά και η Διόνυσος.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πια «αν» υπάρχουν αγριογούρουνα, αλλά «ποιος έχει την ευθύνη» και «τι μέτρα λαμβάνονται». Σύμφωνα με δηλώσεις του περιφερειάρχη Αττικής Νίκου Χαρδαλιά, η αρμοδιότητα για τη διαχείριση της άγριας πανίδας —συμπεριλαμβανομένων των αγριογούρουνων— ανήκει στον Γενικό Γραμματέα Δασών και τις δασικές υπηρεσίες, όχι στην Περιφέρεια. Ωστόσο, σε επίπεδο εφαρμογής, η πραγματικότητα δείχνει ένα κενό συντονισμού: δήμοι απευθύνονται στο Δασαρχείο, σε συλλόγους προστασίας άγριας ζωής (π.χ. «ΑΝΙΜΑ») και σε διαδημοτικούς φορείς (όπως ο Πε.Συ.Δ.Α.Π.), χωρίς όμως να προκύπτει πάντα άμεση ή ορατή δράση.
Το αποτέλεσμα; Μια αίσθηση διοικητικής εκκρεμότητας. Όταν οι κάτοικοι καταγγέλλουν, όταν τεκμηριώνονται ζημιές και όταν οι κίνδυνοι για οδηγούς και πεζούς αυξάνονται, η απάντηση του συστήματος μοιάζει συχνά αποσπασματική, καθυστερημένη ή ανύπαρκτη. Η εντύπωση που δημιουργείται δεν αφορά μόνο τα ζώα· αφορά την αξιοπιστία των μηχανισμών πρόληψης και παρέμβασης.
Σε άλλες περιοχές της Αττικής, έχουν πραγματοποιηθεί επιχειρήσεις παγίδευσης και απομάκρυνσης αγριογούρουνων από συνεργεία της Δασικής Υπηρεσίας, σε συνεργασία με κυνηγετικούς συλλόγους και περιβαλλοντικούς φορείς — ωστόσο οι δράσεις αυτές δεν φαίνεται να έχουν επεκταθεί συστηματικά στη Φυλή, παρά τις επανειλημμένες αναφορές.

